ΜΕΡΕΣ ΓΛΕΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΑΣ ΣΤΟ ΒΟΥΡΓΑΡΕΛΙ.

Τότε και σήμερα.

 

Εισαγωγικά

Ο καθημερινός μόχθος, οι δυσκολίες της ζωής, η ψυχική ανάγκη για διασκέδαση και ψυχαγωγία αλλά και κοινωνική επαφή, οδήγησε τους ανθρώπους να ορίσουν μέσα στο χρόνο, μέρες ανάπαυλας και χαράς.   

 Στις λαϊκές κοινωνίες της υπαίθρου αυτές οι μέρες συνδέθηκαν κυρίως με θρησκευτικές γιορτές ή σημαντικά κοινωνικά γεγονότα, όπως ο αρραβώνας, ο γάμος, η βάφτιση  κ.λ.π.

 Κυρίαρχο στοιχείο της λαϊκής ψυχαγωγίας είναι το τραγούδι και ο χορός. Αποτελούν πηγαία έκφραση της λαϊκής ψυχής και συνήθως συνυπάρχουν ως μία αδιάσπαστη ενότητα. Οι δημοτικοί χοροί είναι χοροί του ανοιχτού χώρου και χοροί συνόλου. Με κυκλικές ή παλινδρομικές κινήσεις αποτελούν ειδικούς τύπους  έκφρασης στην τέλεση των εθίμων ή έχουν συμβολικό χαρακτήρα.

Ονομαστικές γιορτές και πανηγύρια

       Στο Βουργαρέλι των Τζουμέρκων, τόπο βουνίσιο, σκληρό, άγονο, δύσκολα προσπελάσιμο και απομακρυσμένο από την πόλη, τα θρησκευτικά πανηγύρια και ο γάμος ήταν οι δύο σπουδαιότερες εκδηλώσεις για κοινωνική συνεύρεση για ξεκούραση και διασκέδαση. Ευκαιρίες δινόταν όμως και στις ονομαστικές γιορτές αλλά και σε αυθόρμητα γλέντια, στα σπίτια ή στα καφενεία.

       Στις ονομαστικές γιορτές, στο τέλος της λειτουργίας, ο επίτροπος της εκκλησίας προσέφερε ένα λουλούδι στους εορτάζοντες. Στη συνέχεια οι κάτοικοι του χωριού επισκέπτονταν τα σπίτια όσων γιόρταζαν, οι άντρες το πρωί και οι γυναίκες το απόγευμα. Το κέρασμα ήταν ούζο και κουραμπιέδες, που οι επισκέπτες μπορούσαν να τους πάρουν μαζί τους, τυλιγμένους, αν δεν ήθελαν να τους φάνε. Γλέντια γίνονταν σπάνια στις ονομαστικές γιορτές.

        Η μεγαλύτερη γιορτή του χωριού ήταν τα πανηγύρια. Του Αηλιός, στις 20 Ιουλίου, του Αγίου Γεωργίου και της Παναγίας, στις 8 Σεπτεμβρίου, στην Κόκκινη Εκκλησιά.

        Το σημαντικότερο ήταν το πανηγύρι του Αηλιός που γινόταν παλιότερα στο εκκλησάκι, πάνω από το χωριό. Εκεί ανηφόριζαν, παρακολουθούσαν τη λειτουργία κι ύστερα, στρωνόταν το πανηγύρι, ως το μεσημέρι, κάτω από τα έλατα. Άλλοι έψηναν, άλλοι έστηναν πρόχειρα καφενεία, με το ούζο, τα λουκούμια και το τσίπουρο. Μετά τον αγιασμό, άρχιζε ο χορός, που κράταγε ως το μεσημέρι. Ύστερα κατηφόριζαν για το χωριό, ενώ τα βιολιά έπαιζαν στο δρόμο. Το απόγευμα, αφού χτυπούσε η καμπάνα του Αϊ  Νικόλα, ενοριακού ναού, στην πλατεία του χωριού, ο κόσμος συγκεντρωνόταν στην πλατεία.

          Το γλέντι άρχιζε με το “καγκελάρι”. Το όνομα προέρχεται από τις ελικοειδείς    κινήσεις του κύκλου των χορευτών, που μιμούνται τις φιδίσιες και δυσκολοδιάβατες βουνίσιες στράτες, που λέγονται καγκέλια. Η σκοπιμότητα του χορού εξυπηρετούσε τη μετάδοση κρυφών μηνυμάτων, στην Τουρκοκρατία ή την επαφή των νέων, για να προκύψουν τα συνοικέσια και οι γάμοι. Παλιά ο χορός αυτός χορευόταν σε δύο κύκλους. Στον εσωτερικό κύκλο οι γυναίκες και στον εξωτερικό οι άντρες. Οι χορευτές πιάνονταν αγκαζέ. Το χορό έσερναν οι ηλικιωμένοι κι ακολουθούσαν οι άλλοι κατά ηλικία. Το χορό διηύθυνε ο τελετάρχης, που κρατούσε σημαία(μπαϊράκι) και γι’ αυτό λεγόταν μπαϊρακτάρης. Αυτός επέβλεπε το χορό και έδινε την πρωτιά και στους  άντρες και στις γυναίκες. Οι οργανοπαίχτες έπαιζαν όρθιοι, όλοι μαζί, αν υπήρχαν πολλά συγκροτήματα, κι ύστερα μετά το τέλος του χορού επέστρεφε το κάθε συγκρότημα στον καταστηματάρχη που το είχε αγκαζάρει, για να συνεχιστεί το γλέντι στα καταστήματα. Στο καγκελάρι τραγουδούσαν κι οι χορευτές, λέγοντας ένα στίχο η μια σειρά κι αντιφωνούσε η άλλη. Κάποιοι στίχοι του τραγουδιού ήταν παραγγέλματα για τους χορευτές. «συ που σέρνεις το χορό, κάνε πρωτοκάγκελο, κάνε καγκελίσματα». Ο χορός προχωρούσε κάνοντας, ανάλογα με τα λόγια, διπλοκάγκελο, τριπλοκάγκελο κλπ κι έμοιαζε με φίδι κινούμενο. Όταν τραγουδιόταν η στροφή: τράβα σιάσε το χορό, είμαι ξένος και θα δω και θα πάω να μολογώ», ο πρωτοχορευτής “έσιανε”  το χορό, επαναφέροντας στην αρχική θέση. Ο χορός διαλυόταν, όταν τραγουδιόταν η στροφή: Για τον Άγιο Αθανάση , ο χορός θε να χαλάσει.

  Σήμερα το καγκελάρι χορεύεται στην πλατεία του χωριού με προεξάρχοντα τον ιερέα κι ακολουθούν οι τοπικές αρχές. Δεν τηρείται ο διπλός κύκλος, ούτε κάποια ιδιαίτερη τάξη στο χορό. Επιπλέον σήμερα τραγουδιούνται στον ίδιο ρυθμό  με το καγκελάρι κι άλλοι στίχοι, όπως το «ψηλά στην Κωστελάτα», που είναι όμως νεότεροι και δεν σχετίζονται με τους παραδοσιακούς στίχους.

  Το γλέντι συνεχίζεται μετά το καγκελάρι. Οι πανηγυριώτες κάθονται ανά οικογένειες, κατά βάση και χορεύουν με σειρά χορού, ανά παρέες. Χορεύουν άντρες και γυναίκες, χωρίς κάποια ιδιαίτερη τάξη, ενώ παλιότερα χόρευαν πρώτα οι γεροντότεροι. Ο άντρας κρατάει τη γυναίκα ή την κόρη να χορεύει, με μαντήλι και “πετάει λεφτά στα βιολιά”. Μπορούν να πληρώσουν και κάποιοι “τρίτοι”, εφόσον υπάρχει κάποια συγγενική ή κοινωνική σχέση με την οικογένεια. Στα πανηγύρια, κάνουν την πρώτη εμφάνισή τους και τα κορίτσια, για να τα προβάλουν και να τα παντρέψουν. Οι χοροί που χορεύονται είναι της επιλογής των χορευτών, που τους ζητούν από την ορχήστρα. Κυρίως χορεύονται τσάμικος, καλαματιανός, συρτός, συρτός στα 3,ο Μενούσης, Πωγωνίσιος κλπ. Ιδιαίτερα αγαπητοί χοροί είναι η Ιτιά, ο αητός, ο Σελήμπεης, νάσαν τα νιάτα δυο φορές, τα κλάματα, η παπαδιά, η Γενοβέφα, Τζουμέρκα μου περήφανα κ.α. Δεν υπάρχουν κατεξοχήν ανδρικοί ή γυναικείοι χοροί μόνο που οι γυναίκες χορεύουν πιο σεμνά. Κάθε χορευτής χορεύει συνήθως 2 χορούς, για να προλάβουν να χορέψουν όλοι και να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις και καβγάδες. Το πανηγύρι κρατάει ως το πρωί, ήλιο με ήλιο. Συνήθως το πανηγύρι ξεκινούσε από την παραμονή και διαρκούσε τρεις μέρες. 

  Τα όργανα που αποτελούσαν την ορχήστρα ήταν το κλαρίνο, ως πρώτο όργανο, το βιολί, το σαντούρι, το λαούτο , ο νταϊρές. Οι οργανοπαίχτες προέρχονταν απ’ το χωριό ή απ’ τη γύρω περιοχή. Οικογένεια οργανοπαιχτών απ’ το Βουργαρέλι είναι η οικογένεια Ντζιόκα. Στη μνήμη των ντόπιων μένει αξέχαστο το πανηγύρι του 1971, όπου έπαιξε κλαρίνο ο Βασίλης Σαλέας.

 Οι καλοί χορευτές χόρευαν «στα ποτήρια». Ο χορευτής με επιδεξιότητα πατούσε πάνω σε τρία ρακοπότηρα και τα μετακινούσε με το χέρι του, προχωρώντας μικρά βήματα προς τα μπροστά. Οι καλοί χορευτές απολάμβαναν το θαυμασμό και την εκτίμηση της κοινότητας κι είχαν το προνόμιο να χορεύουν πρώτοι στα γλέντια και να χορεύουν  περισσότερους χορούς απ’ τους άλλους.

Ο γάμος

  Ο γάμος πάντα ήταν ένα σημαντικό γεγονός για τη ζωή της αγροτικής κοινότητας. Γι’ αυτό υπήρχε καθολική συμμετοχή και στις προετοιμασίες αλλά και στη χαρά του γλεντιού. Πριν από το γάμο, προηγούνταν τα προξενειά κι ο αρραβώνας. Στους αρραβώνες «άλλαζαν» τα δακτυλίδια, αντάλλασσαν δώρα, γίνονταν γλέντι και κανονίζονταν με κάθε λεπτομέρεια τα σχετικά με το γάμο.

  Ο γάμος άρχιζε την Τετάρτη το βράδυ με τα «προζύμια» στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης. Με αυτά ζύμωναν την κουλούρα της νύφης, το «σταυρό»κουλούρα του νονού και μικρά ψωμάκια, τα βλογούδια, που ήταν τα καλέσματα. Στη διάρκεια του κοσκινίσματος  αλεύρωναν το γαμπρό και τη νύφη, για ν’ ασπρίσουν να γεράσουν, αλλά γάνωναν τον παρευρισκόμενο συμπέθερο.

 Την Πέμπτη ο  γαμπρός έστελνε την κουλούρα στη νύφη, με τον κουλουριάρη κι επέστρεφε πίσω μ’ ένα κομμάτι της ίδιας κουλούρας, δείγμα αποδοχής του από τη νύφη. Επίσης την Πέμπτη στέλνονταν και ο σταυρός-κουλούρα στο νονό. Την ίδια μέρα δίπλωναν τα προικιά, για να μεταφερθούν την επόμενη στο σπίτι του γαμπρού. Μπροστά πήγαιναν τα μικρά παιδιά που είχαν και τους δυο γονείς τους κι ακολουθούσαν τα ζώα, που κουβαλούσαν τους μπόγους, με τα χοντροσκούτια.

  Την Παρασκευή καλούσαν, με τα βλογούδια, τους καλεσμένους να έρθουν για το γάμο, απ’ το Σάββατο. Οι καλεσμένοι που καλούνταν στο γάμο, πήγαιναν το Σάββατο το βράδυ, στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης, με την «πρεβέντα» τους, δηλαδή μπουγάτσα (ψωμί με κεντήματα), κρέας, ούζο, κρασί, πίτα κ.λπ ανάλογα με το «έχει» του καθενός.

  Την Κυριακή, γύρω στις 10 το πρωί, ξύριζαν το γαμπρό, ενώ τα όργανα έπαιζαν το τραγούδι για τα ξυρίσματα. Οι παρευρισκόμενοι εύχονταν και κερνούσαν τα όργανα, σταυρώνοντας με κέρματα τα μαλλιά του γαμπρού. Ύστερα ο γαμπρός με τη συνοδεία των οργάνων και τους καλεσμένους του, πήγαινε να πάρει, από το σπίτι του, το νουνό. Μπροστά πήγαινε το κανίσκι του νονού με τη μπουγάτσα, το κρέας και το κρασί που έπρεπε να φτάσει να κεραστούν όλοι οι καλεσμένοι, στο γλέντι, μετά το μυστήριο. Ύστερα πήγαιναν να πάρουν τη νύφη. Αν η απόσταση ήταν μακρινή πήγαιναν με άλογα στολισμένα με χρωματιστές μαντανίες. Μπροστά από το συμπεθεριό πήγαινε ένα παιδί, που είχε και τους δυο γονείς του, κρατώντας το δίσκο με το ρύζι και τα στέφανα. Τα όργανα έπαιζαν την «πατινάδα», τραγούδι χωρίς λόγια, σα γαμήλιο εμβατήριο. Μόλις έφταναν στο σπίτι της νύφης, τραγουδούσαν «ξύπνα περδικομάτα μου» και τα πεθερικά κερνούσαν το γαμπρό κι ανέβαζαν στο άλογό του ένα αγόρι, για να είναι το πρώτο του παιδί αρσενικό, που, για να κατέβει, έπρεπε ο γαμπρός να το κεράσει. Ύστερα τελούνταν το μυστήριο στο σπίτι της νύφης ή στην εκκλησία. Μετά το μυστήριο ανέβαζαν τη νύφη σε άσπρο άλογο στολισμένο και τη συνόδευαν οι «μπεκτσήδες», συγγενείς της νύφης, σε αριθμό προσυμφωνημένο, ενώ τα όργανα έπαιζαν το τραγούδι του αποχαιρετισμού της νύφης.

 Στο σπίτι του γαμπρού περίμεναν τη νύφη τα πεθερικά και όσοι δεν ακολούθησαν το γάμο. Τα όργανα τότε τραγουδούσαν το τραγούδι της πεθεράς: «έβγα κυρά και πεθερά, για να δεχτείς την πέρδικα». Η νύφη «έσπερνε»-σκόρπιζε  κουφέτα, ρύζι και λουλούδια, ενώ τα πεθερικά χάριζαν δώρα στη νύφη. Τέλος η νύφη περνούσε το κατώφλι του σπιτιού με το δεξί, δρασκελίζοντας ένα τσεκούρι και σπάζοντας ένα πιάτο.

  Ύστερα έστρωναν το τραπέζι, όπου προσφέρονταν τα δώρα απ’ το κανίσκι του νονού και ύστερα τα υπόλοιπα. Ο νουνός καθόταν δίπλα στα νιόγαμπρα και είχε το γενικό πρόσταγμα. Για να αρχίσει το γλέντι, ο νουνός πλήρωνε τα όργανα και ακουγόταν πρώτα ένα τραγούδι της τάβλας και ύστερα άρχιζε ο χορός. Πρώτος χόρευε ο νουνός  που τον κρατούσε η νύφη και ύστερα χόρευαν ο γαμπρός, η νύφη, τα πεθερικά και οι υπόλοιποι. Παλιά συνήθιζαν να τους κρατάει όλους στο χορό η νύφη. Το πρωί η νύφη άλλαζε και κερνούσε καφέ ή γλυκό τους καλεσμένους και κείνοι την κερνούσαν χρήματα. Το γλέντι διαλυόταν και μετά μια βδομάδα γίνονταν τα «πιστρόφια», η επίσκεψη του ζευγαριού και των συγγενών, στο πατρικό της νύφης. Η επάνοδος στο σπίτι του γαμπρού γινόταν από άλλο δρόμο που σηματοδοτούσε πως η νύφη δε θα είχε δρόμο επιστροφής στο πατρικό της, αλλά θα ρίζωνε πια, στο δικό της σπίτι.

Άλλες εκδηλώσεις

  Εκτός από τα πανηγύρια και τους γάμους γλέντια γίνονταν και στα καφενεία με γραμμόφωνα ή μαγνητόφωνα. Στη δεκαετία του ’50-’60 οι νεότεροι, οι πιο πολλοί μαθητές στην πόλη, έφερναν στο χωριό ευρωπαϊκούς χορούς, βαλς, τανγκό, γιάνγκα που χόρευαν στα καφενεία αλλά και σε εξωτερικούς χώρους, με τις λάμπες της ασετυλίνης.

Επίλογος

  Σήμερα, πολλά απ’ αυτά τα έθιμα και πολλά τραγούδια και χοροί έχουν ξεχαστεί. Η εγκατάλειψη των χωριών μας, η αστικοποίηση και η ομοιομορφία στον τρόπο ζωής, οδήγησαν στη λήθη έθιμα και παραδόσεις, που ήταν συνεκτικοί κρίκοι με το παρελθόν αλλά και πιστοποιούσε την ιδιαιτερότητα και την ταυτότητά μας.

  Σήμερα οφείλουμε να διαφυλάξουμε όσα στοιχεία της κληρονομιάς μας επιβίωσαν για να διατηρήσουμε ζωντανή στη μνήμη των νεότερων γενεών την ομορφιά και τον πλούτο του λαϊκού πολιτισμού μας.

back.gif (9867 bytes)